ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ
(21η Μαρτίου)



Ποιήματα μαθητών-τριών Σχολείων Δ.Δ.Ε. Ανατολικής Αττικής  από το πρόγραμμα Λογοτεχνικό Εργαστήριο 2012



Χαϊκού της Άνοιξης από μαθητές-τριες 1ου Γυμνασίου Καλυβίων

Δυο ποιήματα

και δυο ερωτευμένοι

γλυκιά άνοιξη

 (Κωνσταντίνα  Τζιώτη,)

Το λουλούδι ανθεί

Το αηδόνι κελαηδεί

Ήρθες Άνοιξη

 (Αλεξάνδρα Λιάπη)

Είσαι Άνοιξη

αμυγδαλιά που ανθίζει.

Ο παράδεισος.

 (Αιμιλία Γκίνη)   

Κοιμήσου και σύ

στης θάλασσας τα βύθη

Αστέρι μου

(Αιμιλία Γκίνη)

Κελαηδήματα

απέραντη άνοιξη

χελιδόνια μου

 (Αιμιλία Γκίνη)

Νερά κελαηδούν

δυο πουλιά τιτιβίζουν

μελωδία άνοιξης

 (Ειρήνη Μενάι)

Κάμπιες γεννιούνται

πεταλούδες χορεύουν

κι όμως πεθαίνουν

 (Μαριαλένη Στουργιώτη)

Αργά προβάλλει

λευκό τριαντάφυλλο

εισπνέω ζωή              

 (Νεφέλη Ρούσκα)

Ήρθε ο Μάρτης

χελιδόνι τ΄ ανοίγει

την πόρτα δειλά

(Αθηνά Κεχαγιάογλου)

Σύννεφο ψηλά

σχηματίζει δυο παιδιά

μαζεύουν άνθη

 (Αθηνά Κεχαγιάογλου)

Δεν είδα κάτι

παρά μόνο το άνθος

και τη μέλισσα

(Στέλιος Σωτήρχος)

Το δένδρο πονά

καθώς ρετσίνι βγαίνει.

Κολλάει στην ψυχή

 (Στέλιος Σωτήρχος)

Γαλάζια λίμνη

ανθισμένα λουλούδια.

Τι πιο ωραίο;

 (Βασιλική Παπανδρεάδη)

Το χελιδόνι

μέσα από τα λουλούδια

φέρνει την άνοιξη

 (Χριστίνα Χαλίλι)

Οι μαργαρίτες

μες στα λιβάδια

μιλούν για την άνοιξη

 (Θάνος Νικολάου)

Η γύρη στα δένδρα

ο άνεμος τη σκορπίζει

 η χαρά παντού                       

 (Χαράλαμπος Πιατόπουλος)

Γύρη στον αέρα

αλλεργία μου φέρνει

ο κόσμος γλυκαίνει

(Άννα Μαρία Τσορώνη)

Ένα λουλούδι

μόνο, πάνω στο λόφο

ζητάει φίλο

 (Άννα Μαρία Τσορώνη)

Μέσα στον κήπο

άσπρα τριαντάφυλλα

σκορπίζουν ζωή

 (Ηλιάνα Ντίνε)

Παντού λιβάδια

κόκκινες παπαρούνες

τον Μάρτη

 (Ειρήνη Γοντζέ)

Ήρθε Άνοιξη

μυρωδάτη Άνοιξη

- μυρωδάτη

 (Ειρήνη Γοντζέ

 Μάρτης ο μήνας

κόκκινο το λουλούδι

σαν αγγελούδι

 (Ελπίδα Ζάγαρη)

 

Μια ανεμώνη

κόκκινη ξεπροβάλλει

δειλή άνοιξη

 (Ορέστης Λάβδας)





Το αλφαβητάρι του έρωτα

Πετρίνα Μπάτραλη, Ελένη Τιρεκίδου, Μαρία Τιρεκίδου, Όλγα Φωτιάδου
3ο Γυμνάσιο Αχαρνών


Αρχικά η καρδιά σου χτυπά σαν τρελή
Βαρύς πέφτει ο έρωτας
Γλυκός σαν μέλι στο στόμα
Δεν εκφράζεται με λόγια
Έρχεται και φεύγει ξαφνικά
Ζει στις λέξεις που κρύβονται στα χρόνια
Ήλιος που ανατέλλει
Θεός για μια στιγμή
Ιός που δεν γιατρεύεται
Καράβι σε άγνωστα νερά
Λιβάδι γεμάτο καρδιές
Μικροτσίπ στην κεντρική μονάδα της ψυχής
Νόμισμα με πολλές όψεις
Ξερό φύλλο του φθινοπώρου
Ουρανός γεμάτος σύννεφα που ποτέ δεν ησυχάζει
Παραφυλάει στα σκοτεινά όταν εσύ είσαι μακριά
Ρωτώντας την καρδιά
Σκοτώνοντας τη λογική
Τρέμοντας την αμφιβολία
Ύμνος, τραγούδι, ουρλιαχτό
Φωτιά που δεν σε καίει
Χωρίς αρχή και τέλος
Ψάξε τη γιορτή
Ωδή στον έρωτα μικρή.

Μυστικό παραμύθι

Οριέλα Πιέτρι
10ο Γυμνάσιο Αχαρνών


Ματωμένες ψυχές τα βράδια γυρίζουν
σε ερημιές μυστικές τους καημούς ψιθυρίζουν
το χαμένο τους δίκιο γυρεύουν να βρουν
πριν της νύχτας τα πέπλα στον ήλιο χαθούν.

Η αγάπη χαμένη στης αβύσσου τα βάθη
μοναξιά πληγωμένη που ματώνει τα λάθη
όσο όμως κι αν κλαίει με οδύνη κανείς
δε θα νοιώσει ποτέ τόσο πόνο ψυχής.

Λυπημένες ψυχές αντηχούν μες το χρόνο
την αγάπη τους ψάχνουν σ’ έναν έρημο δρόμο
κι ένα νέο κορίτσι δροσερό και αγνό
την αγάπη ζητούσε, λυπημένο κι αυτό.

Σαν τη βρήκε να στέκει πλάι σε έναν νεκρό
την ρωτά… «γιατί ήσουν χαμένη καιρό;»
σιωπηλή η αγάπη και θλιμμένη κοιτούσε
και πικρά τη χαμένη αθωότητα θρηνούσε…

Ένα δάκρυ της πέφτει απαλά στο κενό
σα νερό ασημένιο που κυλά καθαρό
και μιλά με φωνή σιγανή σαν τη λήθη
σα να λέει μυστικό, ή αλλιώς… παραμύθι.

«Ό,τι αστράφτει υπάρχει στη στιγμή μιας ματιάς
κι ό,τι χάνεις το βρίσκεις στον παλμό της καρδιάς».

Χώμα και Αύρα

Μελίτα Βασιλειάδη
Καλλιτεχνικό Λύκειο Γέρακα


Φτιαγμένοι από χώμα κι αύρα
ερχόμαστε στη ζωή με χέρια γυμνά
και πριν το πρώτο κλάμα μας χαράξει τον αέρα
το ’να μας χέρι σφίγγει το σπαθί και τ' άλλο
σεμνής υποκρισίας παλάντζα.
Εγώ. Το πρώτο κλάμα.
Εγώ με δάκρυ ή χωρίς.
Φτιαγμένη από σάρκα και οστά
τρεφόμαστε από τα στήθια της λύκαινας
και πριν η τροφή γίνει ανάσα,
γδέρνουμε τη λύκαινα και ντυνόμαστε
περηφάνια.
Είμαι. Η πρώτη κραυγή.
Είμαι με φως ή χωρίς.
Σερνόμαστε στα φωτεινά μας μονοπάτια,
σκίζοντας τα δοξασμένα χέρια μας,
ματώνοντας τα ατσάλινα γόνατα
και πίσω γυρνώντας θαυμάζουμε τα αθάνατα χνάρια μας.
Εγώ. Το πρώτο χτύπημα.
Εγώ μ' αλήθεια ή χωρίς.
Το σύμπαν με παρακολουθεί,
με αποθεώνει και με βαφτίζει
μέσο άνθρωπο.
Όχι. Περιφρονήστε με.
Να μείνω χώμα κι αύρα
και άνθρωπος των άκρων.

Τριαντάφυλλα στο παραθύρι

Χριστίνα Παπαδάκη
Γυμνάσιο Εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα

Και να! ξεπρόβαλε η γυνή στο παραθύρι της.
Κοιτά τα κόκκινα τριαντάφυλλα.
Σκαρφάλωσαν για να δουν το λευκό πρόσωπό της.
Σαν τις αναμνήσεις σκαρφάλωσαν
η μία πάνω στην άλλη,
συναγωνίζονταν ποια θα ξεχυθεί,
ποια θα καταλάβει το μνημονικό της.

Μ’ αλλοτινό χαμόγελο και θέρμη,
άρχισε να αναπολεί τα παιδικά της χρόνια.
Ύφος περίλυπο, αγανακτισμένο
για το χρόνο το χαμένο.
Έπαιζε με τη ζωή,
μια αλήθεια βέβαια αμέτοχη στη βαθιά σιωπή.

Δε μπορούσε άλλο να ζει μέσα στην αδράνεια.
Ζητούσε σπαραχτικά ένα σημάδι ύπαρξης,
μια δέσμη φωτός,
να φωτίσει τα ανήλιαγα κελάρια της ψυχής της,
αναζητούσε τα παλιά της όνειρα.
Τότε που,
φανταζόταν κάτι ιδανικό…
Αγάπη ριζωνόταν σαν μικρό άνθος στον κηπάκο της καρδιά της.
Τότε που,
έπαιρνε στα χέρια της μια φούχτα άμμο και
νόμιζε ότι έκανε τον κόσμο ολόδικό της.
Ήταν μικρή και άμαθη…

Και τώρα τι;…
Οι λέξεις έχουν πια γεράσει

Και αυτή;…
Με δυο στίχους βιαστικούς
Ζωγραφίζει τα αργά βήματα της θλίψης της,
κλεισμένη μέσα στο χρυσό κλουβί της.
Η ψυχή της κλαίει
Τα όνειρα σαν κοτσάνια
Με κομμένα τ΄ άνθη,
Το βάζο κενό…
Ρίγος διαπερνά όλο της το στέρνο.
Δεν την ενδιαφέρει τι θα απογίνει
Της πήραν την ελευθερία της.
Το τραγούδι της Νύχτας στο Ρόδο

Νίκος Μαρινάκης
Λύκειο Νέας Μάκρης


Τα μάτια κλείσε, το ταξίδι έχει αρχίσει
Στη γη περνάμε τώρα των λυγμών
Το έδαφος υποχωρεί, ο βράχος θα σκορπίσει
Πίσω μας σβήνει το τραγούδι των Νυμφών

Μην κλαις, γλυκό μου ρόδο της αυγής
Μη μαραθείς προτού να με γνωρίσεις
Κάτω απ’ το ψεύδος της φρικτής περιβολής
Θα βρεις, θα μ’ αισθανθείς, θα μ’ αγαπήσεις

Στην αγκαλιά σφιχτά κρατώ τον απαλό καρπό
Μήπως δεν μ’ έχεις και εσύ αιχμαλωτίσει;
Αν ίσως έκοψα κρυφά της μέρας τον ανθό
Μέσα στη νύχτα λυγερός θα ξανανθίσει

 Κάτω από θόλους σε παλάτια ξεχασμένα
Χορέψανε, ο Λυπημένος Βασιλιάς κι Εκείνη
Σε κάθε βήμα και στροφή, κάθε φιλί και χάδι
Αναδευόταν κ’ έρεε γύρω τους το σκοτάδι
Κι απ’ του ναρκίσσου την πληγή τους έλουζε η Σελήνη
 
Του κεραυνού το κέλευσμα ρητό παρά ποτέ
Δάκρυα τον λυγίσανε, μαυροντυμένη φύση
΄΄ Αν ίσως Έρως κρύβεται στο Θάνατο, Αδερφέ
Ορθό και πρέπον ο ανθός στη μάνα να γυρίσει’’

Επτά καρποί, επτά φορές στο χέρι μου φιλί
Μη λησμονήσεις τι γλυκά που σκέπει η νυχτιά
Τον ήλιο ως ορθώνεται απ’ την ανατολή
Κι άλλα κρυμμένα θαύματα στης ζήσης τη σκιά

 Ποια δύναμη έχει ο Θάνατος κι ο Αφέντης του στην κτίση
Αν από τ’ άστρα δεν μπορεί κοντά του ένα να πάρει
Βαθιά στου Ερέβους την καρδιά προσμένει ν’ αντικρύσει
Ξανά στον πέτρινο ουρανό τ’ αθέατο φεγγάρι

Ψυχές που συντυχαίνετε στου πάθους τον καημό
Ασκέρι απ’ τον άνεμο του έρωτα δαρμένο
Σύρετε ύμνο δύναμης, σκοπό θρηνητικό
Για της καρδιάς της σκοτεινής το ταίρι το κλεμμένο

Πλεχτείτε στο τραγούδι μου αιθέριες φωνές
Ψηλά ως στο στερέωμα του σκότους ν’ αντικρούσει
Κι ανοίγοντας οι νότες του στο έδαφος ρωγμές
Στον κόσμο να αναδυθούν, ο άνεμος ν’ ακούσει

Ας τρανταχτεί συθέμελα η γη, ο ουρανός
Ν’ ανθίσουνε, να μαραθούν, να ξανανθίσουν κλώνοι
Κι ας αντηχήσει σύγκορμος ο κόσμος του φωτός
Από του Άδη την ωδή σ’ εσένα, Περσεφόνη
Προς διεκπεραίωση

Σταύρος Τσαντές
Καλλιτεχνικό Γυμνάσιο Γέρακα

Ήταν αυγή του Μάη,
όταν φεύγοντας για τη δουλειά σου βιαστικός
τον καθαρό ουρανό και τον ήλιο που χαράζει,
δεν τον κοίταξες ασήμαντος ως ήταν.
Έπρεπε βλέπεις τη γραβάτα σου να φτιάξεις
γιατί το αφεντικό σου αν σ’ έβλεπε
με κακοφτιαγμένη τη γραβάτα
μπορεί να θύμωνε, κι αυτό δεν ήταν πρέπον.

Κι έτσι περνούσανε κι οι υπόλοιπες σου μέρες.
Και μπήκε Ιούνης αλλά εσύ,
ακόμα ουρανό δεν είδες.
Όμως ο κόμπος στη γραβάτα σου ήταν περιποιημένος
και το σακάκι σου σιδερωμένο, καθώς πρέπει.
Δουλεύεις σκληρά, να πάρεις προαγωγή θες,
και στο σπίτι ο γιος σου,
μόνος του τα βράδια περιμένει
και φοβάται.

Τώρα λοιπόν και αφού πια δεν σε χρειάζεσαι,
μπορείς την παράσταση να παρακολουθήσεις ήσυχα
σαν θεατής αμέτοχος.
Παράσταση δίχως κίνηση, δίχως εκφράσεις.
Μόνο λόγια, λόγια  κούφια του αέρα.
Λόγια που κι όταν η αυλαία θα πέσει
κανένα απ’ όσα άκουσες δεν θα θυμάσαι.

Κι όσο για τη ζωή σου μην ανησυχείς.
Θα τη στοιβάξουν κάτω απ’ το γραφείο σου
με τα υπόλοιπα χαρτιά.
Κι όταν θα βάλουν και σφραγίδες,
κι αριθμημένη μπει στα ράφια
με μαύρα μεγάλα γράμματα πάνω της θα γράψουν:
ΠΡΟΣ ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΣΗ.

Τι είναι άραγε ο φόβος

Μαρία Σιούντρη
Γυμνάσιο Νέα Γενιά Ζηρίδη

Τι είναι άραγε ο φόβος;
μια οφθαλμαπάτη της ψυχής,
ένα ταξίδι στη χώρα του παραλόγου,
το αίσθημα μιας θανάσιμης γαλήνης,
η αισιοδοξία στο κακό…

Τι είναι άραγε ο φόβος;
ένα ασταμάτητο παιχνίδι του μυαλού,
μια πρόφαση συνάντησης της αλήθειας,
η άγνοια,
το ψέμα.

Τι είναι άραγε ο φόβος;
μια λίμνη γεμάτη δισταγμούς,
μια ανελέητη αμφιβολία του νου,
ένας αγέρας μυθοπλασμένων αναμνήσεων,
μια ημικρανία που σού απαγορεύει τη ζωή.

Τι είναι άραγε ο φόβος;
Η θεωρία που δεν επαληθεύεται.
Η εικασία που δεν αποδεικνύεται.
Μια άλυτη εξίσωση,
ένας ανύπαρκτος αριθμός.
Τι είναι άραγε ο φόβος;
Ένα θολό πρόσωπο,
μια μηχανή σταματημένη στο μηδέν.
Ο εξαναγκασμός της πίστης,
ο έρωτας της ανασφάλειας.

Θέλεις να αναπνεύσεις
μα δεν μπορείς.
Θέλεις να γελάσεις
μα δεν μπορείς.
Θέλεις να κλάψεις
μα δεν μπορείς.
Θέλεις να ζήσεις
μα δεν μπορείς.
Ή μήπως έτσι νομίζεις;

Ο πόλεμος

Κατερίνα Κάκαρη
1ο Γυμνάσιο Νέας Μάκρης


Μια χούφτα άνθρωποι
δυο στάλες χώρα
Ήρθαν άλλοι άνθρωποι,
Έμειναν οι ψυχές

Μαύρες πόλεις, ερημωμένες
Μαύρες μέρες, άσπρες νύχτες
Απ΄ τους πυραύλους
Κραυγές παντού
στη σιωπηλή πόλη.

Κρύψου
Είσαι αλλεργικός στη σκόνη
Στις ψυχές που ψάχνουν τα σώματά τους
Στα παιδιά που έγιναν ορφανοί στρατιώτες

Σκοτάδι μετά …
Κι όλα αυτά, για να γίνουν
Χίλιες χούφτες πεθαμένοι άνθρωποι
Μια στάλα ερημωμένη
Μαύρη, σκονισμένη χώρα.
Το πριν και το μετά

Ευγενία Μακροδημήτρη
1ο Γυμνάσιο Αυλώνα

 
Ήταν τόσο ωραίο για να ‘ναι αληθινό
όμως δεν πρόλαβα λίγο να το χαρώ
Τόση ευτυχία δεν χωρά μες τη ζωή
έτσι αποφασίστηκε ο μπαμπάς μου να χαθεί.
Είναι τόσο άδικο και λυπητερό
τόσο ωραία όλα, τώρα ένα κενό.
Άδειο το δωμάτιο
άδεια και η καρδιά
είναι όλος ο κόσμος
μια ερημιά……..
Μοιάζει με μια φλόγα
πάνω σε κερί
όμως απ το κρύο έχει πια σβηστεί.
Μοιάζει σαν στην άμμο ωραία ζωγραφιά
που ήρθε ένα κύμα
την πήρε μακριά.
Μοιάζει ακόμα να ναι σαν ήλιος φωτεινός
που η συννεφιά του κάλυψε το φως………
Έτσι είναι η ζωή μου
πλέον δυστυχώς
μα ξέρω πως ο χρόνος
θα είναι ο γιατρός.

Ένας άνθρωπος…

Χρήστος Αργύρης
3ο Λύκειο Αχαρνών

Ένας απλός άνθρωπος
ο γητευτής της άγριας πραγματικότητας
ένας βασιλιάς χωρίς θρόνο
αυτός είναι ποιητής.
Κάποιος ήρωας του παρασκηνίου
ο ζωγράφος των αξιών
κάποιος πολεμιστής με ιδιαίτερα όπλα
κι αυτός είναι ποιητής.
Ο καθοδηγητής του νου
ένας πρωταθλητής χωρίς μετάλλιο
ο κυνηγός της προσωπικής τελείωσης
κι αυτός είναι ποιητής.
Ο αγωνιστής για μια καλύτερη εποχή
ο ταχυδρόμος των βαθύτερων μηνυμάτων
κάποιος που ξέρει την αλήθεια και προσφέρει βοήθεια
κυρίως αυτός είναι ποιητής.
Ποδηλάτης ποιητής

Θεοδώρα Μαλλούση
3ο Λύκειο Αχαρνών

Χτες το βράδυ στα όνειρα μου έκλεψα ένα ποδήλατο
ένα ποδήλατο που είχε όλα τα χρώματα του ουρανού
και ταξίδεψα μαζί του ακροβατώντας
πάνω σε τεντωμένα σκοινιά
και έκανα βόλτες στα σύννεφα της σκέψης μου
και τσούλησα πάνω σε γλιστερά πατώματα
που με βύθισαν πιο πολύ στον πάτο.
Και από εκεί έμαθα
πως στη ζωή μου ήμουν ένας ποδηλάτης ποιητής
που στα όνειρα μου έγραφα και μάθαινα για τη ζωή
από τη μια πετώντας , από την άλλη γλιστρώντας και μετά ακροβατώντας
αντιμετωπίζοντας τους φόβους μου
τις χαρές και τους πόνους μου.
Γκράφιτι

Βενετσάνος Νικητάκης
Λύκειο Σκάλας Ωρωπού


Εργαλείο έκφρασης κόντρα στο νόμο της ζωής
Στο χέρι μου κρατώ
Ψεκάζω
Μυρίζω τσίχλα Babaloo
Χορός χρωμάτων δυνατός
Πρόσεξε, στους τοίχους θα με βρείς
Γκρεμίζω τους κανόνες
Υπάρχω και είμαι ορατός
Και ας μη θέλεις να με βλέπεις
Είμαι εδώ και αφήνω το στίγμα μου
Πόλη των τυφλών.